ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ

Είχα γράψει πριν από δυο μήνες ένα κείμενο για την Τήλο με αφορμή τους γάμους ομοφύλων, όπου έγραφα για μια παλιά και ξεχασμένη ιστορία για το καράβι της. Τις τελευταίες μέρες έσκασε ένα σκάνδαλο με πρωταγωνιστή τον τότε Υπουργό Ναυτιλίας Αριστοτέλη Παυλίδη, που δίνει άλλη διάσταση σε εκείνη την ιστορία.

Η υπόθεση, όπως την περιγράφει η Ελευθεροτυπία, έχει ως εξής.

Το 2005, βγήκαν κάποια χρήματα για την επιδότηση της άγονης γραμμής που συμπεριελάμβανε και την Τήλο. Φυσικά η ναυτιλιακή της Τήλου που εκτελούσε είδη τα δρομολόγια ενδιαφέρθηκε. Ο υπουργός όμως ήθελε να δώσει αυτά τα χρήματα σε συγκεκριμένο «γαλάζιο» εφοπλιστή, ο οποίος όμως δεν είχε καν πλοίο για να δρομολογήσει! Έτσι περίμενε επί τρείς μήνες μέχρι να αγοράσει ο εφοπλιστής ένα σαπάκι 33 χρονών, και να του δώσει την δουλειά. Η επιδότηση μόνο τον πρώτο χρόνο υπερκάλυπτε την αξία αγοράς του πλοίου! Ο δήμαρχος Τήλου, που διέθετε πολύ καλύτερο πλοίο, άμεσα δρομολογήσημο και με μικρότερο κόστος, φυσικά αντέδρασε. Έστειλε επιστολές όπου μπορούσε, ακόμη και στον ίδιο τον πρωθυπουργό, αλλά όλοι εκτός από τον εισαγγελέα Δωδεκανήσου, τον έγραψαν κανονικά! Ο εισαγγελέας προχώρησε την υπόθεση η οποία έφτασε τελικά στην βουλή, η οποία την αγνόησε εντελώς. Η κυβέρνηση για να εκδικηθεί τον δήμαρχο, έστειλε τον επιθεωρητή του υπουργείου Οικονομικών στην Τήλο με αποστολή να τον ‘σκίσει’. Βρήκε πάτημα στο γράμμα του νόμου που λέει ότι ο Δήμος δεν μπορεί να έχει στην κατοχή του μετοχές ιδιωτικής εταιρίας, και καταλόγισε τα χρήματα που δόθηκαν για την αγορά του πλοίου στον δήμαρχο, τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου και τους υπαλλήλους του δήμου προχωρώντας σε εντολές κατάσχεσης της περιουσίας τους! Την συνέχεια της ιστορίας στην Τήλο την περιγράφω στο παλιό post.

Τι συμπεράσματα βγάζω από αυτή την ιστορία;

Έχουμε μια κυβέρνηση που εφαρμόζει τακτικές μαζικών αντιποίνων που θυμίζουν Γ Ράιχ, εναντίων όποιου τολμήσει να σταθεί εμπόδιο στην διαδικασία πλιατσικολόγησης του δημόσιου χρήματος. Δεν διστάζει να οδηγήσει σε ερήμωση ένα νησί προκειμένου να βγάλουν οι δικοί της ακόμη περισσότερα χρήματα. Χρησιμοποιεί κάθε μέσο προκειμένου να συντρίψει οποιονδήποτε προσπαθεί να κάνει κάτι καλό για τον τόπο του.

Έχουμε μια αντιπολίτευση που δεν αντιδρά. Δεν στηρίζει ούτε καν τους δικούς της ανθρώπους (ο δήμαρχος Τήλου είναι μέλος του ΠΑΣΟΚ και εκλέγεται με την υποστήριξη του) όταν κάνουν κάτι καλό, ενώ δεν διστάζει να τους καλύψει στις λαμογιές τους. Το πέρασμα της υπόθεσης από την βουλή, χωρίς να υποστηριχτεί από κανέναν βρομάει από χιλιόμετρα, η θέση του ΠΑΣΟΚ ότι δεν το αντιλήφθηκαν είναι τουλάχιστον ύποπτη, με δεδομένο ότι είχαν ενημερωθεί για την υπόθεση από τον δήμαρχο και το ΠΑΣΟΚ Δωδεκανήσου. Είναι είτε συνένοχοι, είτε ανίκανοι.

Ξαναδιαβάζοντας αυτά που έγραψα βλέπω ότι το κείμενο είναι γεμάτα θαυμαστικά. Δεν μπορώ να μην είμαι οργισμένος με αυτά που συμβαίνουν γύρω μου, δεν μπορώ να τα αποδεχτώ ως φυσιολογικά. Αρνούμαι να μπω στην λογική του «έτσι είναι αυτά», ο μόνος λόγος που είναι έτσι, είναι γιατί τα αποδεχόμαστε να είναι έτσι.

UPDATE

Μόλις είδα στις ειδήσεις ότι τελικά η έρευνα στα αρχεία της βουλής έδηξε ότι η υπόθεση ουδέποτε έφτασε εκεί και ότι κώλυσε στον Αριο Πάγο. Αυτά αλλάζει κάπως τα δεδομένα, αλλά η ουσία του post παραμένει. Το κράτος χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς του για να εκδικηθεί όποιον το ενοχλεί, δεν νοιάζεται για το καλό του τόπου αλλά μόνο για το οικονομικό συμφέρον των ανθρώπων του και η αντιπολίτευση δεν έκανε τίποτα τότε για να υπερασπιστεί τον δήμαρχο και το νησί.

Advertisements

ΓΕΩΡΓΙΑ

Πέτυχα τυχαία αυτή την εικόνα στο net, και αυτόματα σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να αναφέρεται στον πόλεμο στη Γεωργία, αν και έχει ζωγραφιστεί πολύ πριν.

Στην Γεωργία βρέθηκα τυχαία πριν από 2 χρόνια περίπου. Είχα πάει ταξίδι στον Πόντο και από την Τραπεζούντα σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε να περάσουμε με το αυτοκίνητο στο Βατούμι που είναι μόλις 10 χιλιόμετρα από τα σύνορα. Πήγαμε αυθημερόν, καταφέραμε να φτάσουμε κατά τις δυο το μεσημέρι μετά από απίστευτη ταλαιπωρία στα σύνορα και επιστρέψαμε κατά τις 11 το βράδυ. Έχω πάει και σε άλλες χώρες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «τριτοκοσμικές» αλλά η Γεωργία (όσο την είδα) τις ξεπερνάει. Στα σύνορα με την Τουρκία η εικόνα ήταν τραγική. Υπερφορτωμένα, άθλια αυτοκίνητα Γεωργιανών περίμεναν με τις ώρες για να περάσουν από τον τελωνιακό έλεγχο, όπου από τους περίπου 10 υπαλλήλους μόνο ο ένας (ο πιο πιτσιρικάς) εργαζόταν. Κάτι σαν το Ελληνικό δημόσιο, αλλά στο πιο ξεδιάντροπο, καθώς εκεί κανένας από τους ταλαίπωρους πολίτες δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί, ούτε και οι υπάλληλοι προσπαθούσαν να κρυφτούν. Φυσικά κανένας δεν μιλούσε Αγγλικά ή Γερμανικά, μας δώσανε να συμπληρώσουμε ένα έντυπο στα γεωργιανά και τελικά καταφέραμε να συνεννοηθούμε μόνο όταν εμφανίστηκε από την ουρά ένας νεαρός που είχε δουλέψει δυο χρόνια στην Κατερίνη και μιλούσε λίγα ελληνικά. Είδαμε διάφορα περίεργα τις 3 ώρες που περιμέναμε στο τελωνείο. Ένας «πλούσιος» Τούρκος πέρασε δωροδοκώντας τον πιτσιρικά τελωνιακό με κάτι που μας φάνηκε σαν πακέτο με γαριδάκια, μια κοπέλα στις τουαλέτες ανανέωνε κάθε λίγο την κολλητική ταινία με την οποία είχε κολλήσει στην κοιλιά της ένα δέμα, ένας άντρας κουβαλούσε στην πλάτη του μια ολόκληρη τραπεζαρία (τραπέζι και τέσσερεις καρέκλες) και διάφορα άλλα όμορφα.

Στο Βατούμι η εικόνα ήταν η κλασική της ανατολικής Ευρώπης. Στα περίχωρα παράγκες με λαμαρίνες για στέγη, άνθρωποι φτωχοί με κάρα και τραγιάσκες, εικόνα εγκατάλειψης του δημόσιου χώρου, κατεστραμμένοι δρόμοι, βρομιά και απόλυτη αναρχία στην κυκλοφορία των λίγων αυτοκινήτων. Στο κέντρο ένα πανέμορφο πάρκο, μια περιποιημένη παραλία, κτήρια αναπαλαιωμένα, άνθρωποι καλοντυμένοι, πετύχαμε μάλιστα στο πολιτιστικό κέντρο της πόλης μια εκδήλωση με έναν Ιταλό ζωγράφο.

Αντιμετωπίσαμε σοβαρό πρόβλημα να αλλάξουμε χρήματα. Είχαμε ευρώ και τουρκικές λίρες, αλλά δεχόταν να αλλάξουν μόνο δολάρια. Μπήκαμε σε ένα κτήριο που έγραφε κάτι σε Bank, αλλά ένας αστυνομικός που βρισκόταν μέσα (που ήταν και ο μοναδικός που είδαμε όσο μείναμε) μας είπε ότι ήταν κάτι σαν την κεντρική τράπεζα του κράτους και δεν κάνει συναλλαγές με πολίτες. Τελικά βρήκαμε ένα ψιλικατζίδικο που μας άλλαξε πενήντα ευρώ, τα οποία αποδείχτηκαν αρκετά για να φάμε τέσσερα άτομα σε ένα κυριλέ εστιατόριο, να φουλάρουμε βενζίνη το αμάξι και να κρατήσουμε ο καθένας από ένα χαρτονόμισμα για αναμνηστικό.

Όσο τρώγαμε, ακριβώς μπροστά στο εστιατόριο ήταν ένα αρχαίο Landa παραφορτωμένο με κούτες με σοκολάτες και γκοφρέτες και ο οδηγός του προσπαθούσε να φύγει, αλλά το αμάξι δεν συνεργαζόταν. Έπαθε τουλάχιστον τρεις διαφορετικές βλάβες, στην αρχή είχε λάστιχο που το άλλαξε, μετά δεν έπαιρνε μπροστά από μπαταρία και το έβαλε με καλώδια και τέλος δεν έπαιρνε ταχύτητα στο κιβώτιο. Δεν ξέρω αν τα κατάφερε να το φτιάξει, όταν φύγαμε προσπαθούσε ακόμα, αλλά έβλεπες στο πρόσωπο του την απελπισία που τον είχε κυριεύσει. Όσο τον παρακολουθούσαμε το διασκεδάζαμε και γελούσαμε, αλλά μετά σκέφτηκα ότι πιθανότατα αυτό το αμάξι που έπρεπε να είχε αποσυρθεί πριν από είκοσι χρόνια, να ήταν το σημαντικότερο (αν όχι το μόνο) περιουσιακό στοιχείο αυτού του ανθρώπου και το εργαλείο με το οποίο έβγαζε το ψωμί της οικογένειας του. Παρακολουθούσαμε στην ουσία την εξέλιξη ενός προσωπικού δράματος, του αγώνα για επιβίωση ενός ανθρώπου σε ένα εχθρικό περιβάλλον, την προσπάθεια του να κρατηθεί από ένα σάπιο μηχάνημα για να κερδίσει την ζωή του. Όπως ακριβώς και η χώρα του.