ΠΑΝΙΑ

Εδώ και αρκετό καιρό θέλω να γράψω ένα Post για τα φυντάνια της Ανίτας Πάνια. Είναι ένα θέμα που με έχει απασχολήσει πολύ, το έχω συζητήσει πολύ και έχω διαβάσει πολλές και διάφορες απόψεις. Και εγώ έχω αλλάξει πολλές φορές άποψη. Ίσως το γεγονός ότι έχω στο στενό μου περιβάλλον έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να γίνει αστέρι στην συγκεκριμένη εκπομπή αν είχε (και) την πετριά με το τραγούδι, να με έχει επηρεάσει. Έγραψα πολλά κείμενα αλλά κανένα δεν με ικανοποιούσε αρκετά για να το βγάλω στο blog. Άλλο ήταν πολύ μεγάλο, άλλο πολύ επιθετικό, άλλο πολύ συναισθηματικό και σε όλα ένιωθα όταν τα ξαναδιάβαζα, ότι δεν έλεγαν αυτό που ήθελα πραγματικά να πω. Έτσι αποφάσισα να γράψω απλώς μια ιστορία από τα παιδικά μου χρόνια
Στο χωριό που μεγάλωσα τον «χαζό» του χωριού τον έλεγαν Γκόγκο. Υπήρχαν και πολλοί ακόμα αλλά σπάνια τους βλέπαμε να κυκλοφορούν έξω, οι οικογένειες τους τους κρατούσαν κλεισμένους στο σπίτι. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος άλλα ελάχιστοι τον φώναζαν έτσι. Ο Γκόγκος ήταν νεαρός, και τον θυμάμαι μονίμως με ένα χαμόγελο στα χείλια του. Περπατούσε με ένα πολύ παράξενο βάδισμα, σαν να έκανε δυο βήματα με το ίδιο πόδι. Στην πραγματικότητα ήταν ένα βήμα και ένα πήδημα, κάτι σαν την Τσιγκολελέτα. Θυμάμαι κάποια φορά που κάποιος τον ρώτησε γιατί δεν περπατάει φυσιολογικά, αυτός απάντησε «εσείς που είσαστε έξυπνοι μπορείτε να περπατάτε όπως πρέπει, εγώ είμαι χαζός και θα περπατάω όπως θέλω». Από αυτή την απάντηση είχα σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Γκόγκος δεν ήταν χαζός, αλλά στην πραγματικότητα ήταν πιο έξυπνος από εμάς και μας κορόιδευε όλους για να γελάει.
Κάποια Κυριακή μετά την εκκλησία, τον πλησίασε ο πατέρας μου που ήταν ο δάσκαλος του χωριού για να του μιλήσει.
«Γιώργο έμαθα ότι πηγαίνεις κάθε βράδυ στο καφενείου του Τάσου και όλοι οι θαμώνες σε κοροϊδεύουνε.»
«Κυρ δάσκαλε, δεν με κοροϊδεύουνε, μου λένε χαζομάρες, τους απαντάω χαζομάρες και γελάμε. Μια χαρά περνάμε».
«Μα δεν καταλαβαίνεις ότι γελάνε μαζί σου; Γιατί δεν πας σε κανένα άλλο καφενείο;»
«Πήγα και στου Μιχάλη, αλλά εκεί δεν μου φέρθηκαν καλά. Με χτύπησαν, με μπουγέλοσαν, μέχρι που με ξεβράκωσαν μια φορά.»
«Στου Μιχάλη πάνε όλοι οι αλήτες του χωριού και πλακώνονται στα τσίπουρα. Να πας στου Μήτσου που πάνε οι όλοι οι σοβαροί οικογενειάρχες.»
«Πήγα και εκεί κυρ δάσκαλε και ήταν χειρότερα από όλα. Κανένας δεν μου μιλούσε, ούτε γυρνούσαν να με κοιτάξουν. Ήταν σαν να μην υπήρχα.»
Νομίζω ότι όλοι εμείς που αγανακτούμε στην θέα του Μπούμπη, είμαστε οι θαμώνες αυτού του καφενείου. Δεν θέλουμε να τον βλέπουμε, τον θέλουμε κλεισμένο στο σπίτι του, σε ίδρυμα, στον Καιάδα, οπουδήποτε αρκεί να μην τον βλέπουμε και μας θυμίζει τον συμμαθητή μας στο σχολείο που ξεφτιλίζαμε ή ανεχόμασταν τους άλλους να τον ξεφτιλίζουν. Σε ένα ιδεατό χωριό, θα υπήρχε και ένα τέταρτο καφενείο, που θα φέρονταν στον Γκόγκο με σεβασμό. Σε αυτόν τον τόπο όμως τέταρτο καφενείο δεν παίζει. Αν και νομίζω ότι και να υπήρχε ο Γκόγκος θα προτιμούσε να πηγαίνει στου Τάσου.
Advertisements

Ένα Σχόλιο

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: