GENERATION X

Επειδή το χρωστάω σε κάποιους που δεν μπόρεσαν να έρθουν η εισήγιση για την Generation X.

Τι είναι όμως αυτή η περίφημη Generation X; Υπάρχει ένα διαχρονικό φαινόμενο, σε κάθε εποχή μια μερίδα της νεολαίας αρνήται να αποδεχτεί τις υπάρχουσες δομές της κοινωνίας, δεν δέχεται το προδιαγεγραμμένο μέλλον, την κοινώς αποδεκτή πορεία ζωής που οι προηγούμενες γενιές έχουν ορίσει. Αυτοί οι νέοι δεν εντάσσονται, δε ενσωματώνονται στην κοινωνία. Ακολουθούν δικιά τους, εναλλακτική πορεία. Αποτελούν πάντα μειονότητα, η πλειονότητα προσαρμόζεται πολύ γρήγορα, αλλά είναι αυτοί που δίνουν το στίγμα της γενιάς τους. Είναι η γενιά του punk, η γενιά των χίπις, ή στα ελληνικά δεδομένα η γενιά του 1-1-4 ή η γενιά του πολυτεχνείου. Οι νέοι αυτοί είναι ο σημαντικότερος παράγοντας (μαζί με την τεχνολογική ανάπτυξη) προόδου της κοινωνίας. Εισάγουν καινούργιες νοοτροπίες, καινούργια ήθη, καινούργιες αξίες, καινούργια τέχνη, καινούργια γλώσσα και ξεφορτώνονται ότι άχρηστο (και καμιά φορά και μερικά χρήσιμα) από τα αντίστοιχα παλιά. Η αντίστοιχη γενιά που πέρασε την νεότητα της μετά τα μέσα της δεκαετίας του 80 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 90 ονομάστηκε Generation X.
Το όνομα της το οφείλει στο ομόνημο μυθιστόρημα του Καναδού συγγραφέα Douglas Coupland. Ήταν οι νέοι που αρνήθηκαν να δουν την ζωή τους με την πορεία που έλεγε: επιλογή σπουδών με γνώμονα την επαγγελματική αποκατάσταση και τον πλουτισμό, μια καλή δουλειά κατά προτίμηση στο δημόσιο, γάμος, στεγαστικό δάνειο 35 χρόνων, 1,8 παιδιά και εργασία και ανατροφή των παιδιών μέχρι το τέλος. Προσπάθησαν λοιπών να ακολουθήσουν κάποια εναλλακτική πορεία στη ζωή τους. Εδώ είναι και η διαφοροποίηση τους από τις προηγούμενες γενιές. Η νέοι της Generation X δεν ακολούθησαν μια ενιαία πορεία, ένα κοινό πρότυπο ζωής όπως οι παλαιότεροι, αλλά ο καθένας χάραξε τον δικό του δρόμο. Δεν παρουσίαζαν δηλαδή μια ομοιόμορφη ομάδα με κοινά χαρακτηριστικά. Το βασικό τους χαρακτηριστικό ήταν η έλειψη βασικού χαρακτηριστικού. Σε όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά που ορίζουν την κάθε γενιά βλέπουμε μια απόλυτη ανομοιομορφία. Στην εμφάνιση, οι περισσότεροι δεν διαφοροποιούνταν από τον γενικό πληθυσμό και όσοι διαφοροποιούνταν, το έκαναν ο καθένας με τον δικό του τρόπο και με βάση την προσωπική του αισθητική και όχι τις επιταγές της μόδας της γενιάς τους. Στην μουσική που παραδοσιακά ένα συγκεκριμένο μουσικό είδος αποτελεί το κέντρο γύρω από το οποίο συσπειρώνεται κάθε γενιά υπήρξε το ίδιο φαινόμενο. Πολλά και εντελώς διαφορετικά μουσικά είδη εξέφρασαν της ανησυχίες της, από τα νεότερα υποείδη της rock, μέχρι την ηλεκτρονική μουσική και τα διάφορα δικά της υποείδη, την μουσική του κόσμου (ethnic όπως την λέγαμε τότε), την trip hop και διάφορες άλλες μουσικές. Και οι περισσότεροι άκουγαν σχεδόν από όλα αυτά. Στην Ελλάδα για παράδειγμα τα δυο σημαντικότερα μουσικά σχήματα της εποχής ήταν οι Τρύπες και οι Stereo Nova, δυο συγκροτήματα που βρίσκονται μουσικολογικά στα δυο αντίθετα άκρα του μουσικού φάσματος, αλλά εξέφραζαν τις ανησυχίες της εποχής εξίσου καλά. Και στον πολιτικό –ιδεολογικό τομέα τα πράγματα ήταν εξίσου συγκεχυμένα. Δεν είναι τυχαίο ότι το μοναδικό μαζικό πολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε εκείνη την εποχή, ήταν το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, ένα κίνημα που αν το δούμε από κοντά θα παρατηρήσουμε ότι αποτελείται από πάρα πολλές μικρές ομάδες, σχεδόν παρέες, που συνστρατεύτηκαν γύρο από μια άρνηση (το όχι στην παγκοσμιοποίηση) και όχι γύρω από μια θέση.
Υπάρχου δυο φαινόμενα που είχαν μια μαζικότητα, και συνηθίζεται να χρησιμοποιούνται για να ορίσουν την γενιά αυτή (αν και κατά την προσωπική μου άποψη είναι δευτερεύοντα). Το πρώτο είναι οι μακροχρόνιες σπουδές, συχνά στο εξωτερικό και σε επιστήμες που δεν εξασφάλιζαν επαγγελματική αποκατάσταση (ιστορία της τέχνης, και κοινωνική ανθρωπολογία είναι δυο πολύ συχνές και χαρακτηριστικές επιλογές). Το δεύτερο είναι η άρνηση της καριέρας ως επιλογή ζωής και η προτίμηση σε δουλειές χαμηλών αποδοχών και απαιτήσεων (Mac-jobs τις ονομάζει ο Coupland).
Αν θελήσουμε να εξηγήσουμε το γιατί η γενιά αυτή ήταν έτσι, θα πρέπει να δούμε λίγο πιο προσεκτικά την εποχή στην οποία αναφερόμαστε. Θα λέγαμε χοντρικά ότι η εποχή αυτή άρχισε με την πτώση του τοίχους του Βερολίνου και τελείωσε με την πτώση των δίδυμων πύργων της Νέας Υόρκης. Ήταν μια εποχή ρευστή, ασαφής, χωρίς σημεία αναφοράς, μια εποχή που όχι απλώς είχαν καταρρεύσει οι μέχρι τότε ιδεολογίες και ηγέτες, αλλά ακόμα και οι ίδιες οι λέξεις ‘ιδεολογία’ και ‘ηγέτης’ έμοιαζαν να μην έχουν νόημα, έμοιαζαν με κούφια λόγια. Και πάνω από όλα ήταν η εποχή που έλαβε χώρα η Τρίτη μεγάλη επανάσταση της ανθρωπότητας, μετά την αγροτική επανάσταση στην προϊστορία και την βιομηχανική τον δέκατο ένατο αιώνα, η επανάσταση της πληροφορίας, η ψηφιακή επανάσταση, που άλλαξε εντελώς τον κόσμο. Η Generation X ήταν μια γενιά στο μεταίχμιο, μια γενιά ανάμεσα σε δύο κόσμους τον αναλογικό του παρελθόντος και τον ψηφιακό του μέλλοντος.
Κάθε γενιά προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο. Η γενιά αυτή δεν έκανε καμία τέτοια προσπάθεια γιατί ο κόσμος είδη άλλαζε με ρυθμούς που κανείς δεν προλάβανε να ακολουθήσει. Κατάφερε όμως κάτι που ίσως να είναι και σημαντικότερο. Ο καθένας μόνος του κατάφερε να αλλάξει τον εαυτό του προς το καλύτερο.

Advertisements

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Κάποιοι φίλοι με ρώτησαν πως νιώθω μετά το χθεσινό.

Έτσι.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

κάτι Λου
Ο Σ.Γραμμάτων και Τεχνών, η Δημ. Βιβλιοθήκη Καβάλας και οι εκδ. Κέδρος
σας προσκαλούν την Τετάρτη 20 Ιουνίου 2007, στις 9.00 μ.μ.
στο μπαρ Θαλασσογραφία, πάνω από τα παλιά ψαράδικα
σε πάρτι-παρουσίαση των βιβλίων της Εύης Λαμπροπούλου
χάπι Λου & σχεδόν σούπερ

Θα είμαστε εκεί. Να είσαστε εκεί.

ΤΑΛΕΝΤΟ

Τα δέκα πρώτα δευτερόλεπτα, έπιασα τον εαυτό μου να τον λυπάται. Τα υπόλοιπα λυπόμουν τον εαυτό μου

ΠΑΝΙΑ

Εδώ και αρκετό καιρό θέλω να γράψω ένα Post για τα φυντάνια της Ανίτας Πάνια. Είναι ένα θέμα που με έχει απασχολήσει πολύ, το έχω συζητήσει πολύ και έχω διαβάσει πολλές και διάφορες απόψεις. Και εγώ έχω αλλάξει πολλές φορές άποψη. Ίσως το γεγονός ότι έχω στο στενό μου περιβάλλον έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να γίνει αστέρι στην συγκεκριμένη εκπομπή αν είχε (και) την πετριά με το τραγούδι, να με έχει επηρεάσει. Έγραψα πολλά κείμενα αλλά κανένα δεν με ικανοποιούσε αρκετά για να το βγάλω στο blog. Άλλο ήταν πολύ μεγάλο, άλλο πολύ επιθετικό, άλλο πολύ συναισθηματικό και σε όλα ένιωθα όταν τα ξαναδιάβαζα, ότι δεν έλεγαν αυτό που ήθελα πραγματικά να πω. Έτσι αποφάσισα να γράψω απλώς μια ιστορία από τα παιδικά μου χρόνια
Στο χωριό που μεγάλωσα τον «χαζό» του χωριού τον έλεγαν Γκόγκο. Υπήρχαν και πολλοί ακόμα αλλά σπάνια τους βλέπαμε να κυκλοφορούν έξω, οι οικογένειες τους τους κρατούσαν κλεισμένους στο σπίτι. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος άλλα ελάχιστοι τον φώναζαν έτσι. Ο Γκόγκος ήταν νεαρός, και τον θυμάμαι μονίμως με ένα χαμόγελο στα χείλια του. Περπατούσε με ένα πολύ παράξενο βάδισμα, σαν να έκανε δυο βήματα με το ίδιο πόδι. Στην πραγματικότητα ήταν ένα βήμα και ένα πήδημα, κάτι σαν την Τσιγκολελέτα. Θυμάμαι κάποια φορά που κάποιος τον ρώτησε γιατί δεν περπατάει φυσιολογικά, αυτός απάντησε «εσείς που είσαστε έξυπνοι μπορείτε να περπατάτε όπως πρέπει, εγώ είμαι χαζός και θα περπατάω όπως θέλω». Από αυτή την απάντηση είχα σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Γκόγκος δεν ήταν χαζός, αλλά στην πραγματικότητα ήταν πιο έξυπνος από εμάς και μας κορόιδευε όλους για να γελάει.
Κάποια Κυριακή μετά την εκκλησία, τον πλησίασε ο πατέρας μου που ήταν ο δάσκαλος του χωριού για να του μιλήσει.
«Γιώργο έμαθα ότι πηγαίνεις κάθε βράδυ στο καφενείου του Τάσου και όλοι οι θαμώνες σε κοροϊδεύουνε.»
«Κυρ δάσκαλε, δεν με κοροϊδεύουνε, μου λένε χαζομάρες, τους απαντάω χαζομάρες και γελάμε. Μια χαρά περνάμε».
«Μα δεν καταλαβαίνεις ότι γελάνε μαζί σου; Γιατί δεν πας σε κανένα άλλο καφενείο;»
«Πήγα και στου Μιχάλη, αλλά εκεί δεν μου φέρθηκαν καλά. Με χτύπησαν, με μπουγέλοσαν, μέχρι που με ξεβράκωσαν μια φορά.»
«Στου Μιχάλη πάνε όλοι οι αλήτες του χωριού και πλακώνονται στα τσίπουρα. Να πας στου Μήτσου που πάνε οι όλοι οι σοβαροί οικογενειάρχες.»
«Πήγα και εκεί κυρ δάσκαλε και ήταν χειρότερα από όλα. Κανένας δεν μου μιλούσε, ούτε γυρνούσαν να με κοιτάξουν. Ήταν σαν να μην υπήρχα.»
Νομίζω ότι όλοι εμείς που αγανακτούμε στην θέα του Μπούμπη, είμαστε οι θαμώνες αυτού του καφενείου. Δεν θέλουμε να τον βλέπουμε, τον θέλουμε κλεισμένο στο σπίτι του, σε ίδρυμα, στον Καιάδα, οπουδήποτε αρκεί να μην τον βλέπουμε και μας θυμίζει τον συμμαθητή μας στο σχολείο που ξεφτιλίζαμε ή ανεχόμασταν τους άλλους να τον ξεφτιλίζουν. Σε ένα ιδεατό χωριό, θα υπήρχε και ένα τέταρτο καφενείο, που θα φέρονταν στον Γκόγκο με σεβασμό. Σε αυτόν τον τόπο όμως τέταρτο καφενείο δεν παίζει. Αν και νομίζω ότι και να υπήρχε ο Γκόγκος θα προτιμούσε να πηγαίνει στου Τάσου.